Τι είναι;
Δακρύρροια ή μάτια που δακρύζουν: πρόκειται για συσσώρευση των δακρύων που δημιουργούν στον ασθενή την αίσθηση ότι «βουρκώνουν τα μάτια του» ή ακόμα και την υπερχείλιση από τα κάτω βλέφαρα.
Οφείλεται σε υπερπαραγωγή δακρύων από τον δακρυϊκό αδένα, σε διαταραχή της οφθαλμικής επιφάνειας ή τέλος σε μερική ή ολική απόφραξη της δακρυϊκής αποχετευτικής οδού.

Περιγραφή πάθησης
Η πάθηση της δακρύρροιας διακρίνεται σε συγγενή (εκ γενετής) και σε επίκτητη.
Η Συγγενής (εκ γενετής) Απόφραξη της αποχετεύσεως του δακρυϊκού συστήματος οφείλεται σε μη υποστροφή μεμβράνης που καλύπτει τη βαλβίδα του Hanser στη ρινική κοιλότητα.
Η Επίκτητη Δακρύρροια οφείλεται:
- σε απόφραξη δακρυϊκών σημείων.
- σε στένωση του δακρυϊκού αποχετευτικού συστήματος
- σε αντανακλαστική υπερέκκριση δακρύων εξαιτίας διαταραχής της οφθαλμικής επιφάνειας. Πιθανή η ύπαρξη ή μη βλεφαρίτιδας.
Συμπτώματα
- Συνεχής δακρύρροια με ελάχιστη βλεννοπυώδη έκκριση.
- Συνεχής δακρύρροια με παρουσία βλέννης. Επειδή τα δάκρυα λιμνάζουν στον δακρυϊκό ασκό μπορεί να οδηγήσουν στην ανάπτυξη μικροβίων και λοίμωξης. Η φλεγμονή αυτή του δακρυϊκού ασκού ονομάζεται Δακρυοκυστίτιδα. Τα συμπτώματά της περιλαμβάνουν πόνο, έντονη δακρύρροια, επώδυνο οίδημα και ερυθρότητα στην περιοχή, πύον και θόλωση της όρασης.
- Περιοδική δακρύρροια με ή χωρίς βλέννα παραπέμπει σε στένωση του ρινοδακρυικού πόρου, διαταραχή της οφθαλμικής επιφάνειας με ή χωρίς συνοδό βλεφαρίτιδα.
Αντιμετώπιση
1. Συγγενής (εκ γενετής) Δακρύρροια
Οι περισσότερες αποφράξεις του αποχετευτικού δακρυϊκού συστήματος ανοίγουν από μόνες τους ένα με δύο μήνες μετά τη γέννηση. Διαφορετικά, «μασάζ» κατά Crigler έως τον δωδέκατο μήνα βοηθούν στη διάνοιξη. Αν δεν έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα προχωράμε σε καθετηριασμό του δακρυϊκού αποχετευτικού συστήματος.

2. Επίκτητη Δακρύρροια
Α) ΑΠΟΦΡΑΞΗ ΔΑΚΡΥΪΚΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ: Οι αιτίες στης στένωσης των δακρυϊκών σημείων της δακρυϊκής αποχετευτικής οδού είναι αρκετές και δημιουργούν δακρύρροιά . Έχουμε πρωτοπαθείς στενώσεις σε άτομα μετα από ερπητικές λοιμώξεις, θεραπείες με ακτινοβολία της περιοχής, ουλώδεις επιπεφυκιτίδες ακόμη και μακροχρόνια χρήση αντιγλαυκωματικών κολλυρίων. Η δακρύρροιά μπορεί να είναι αρκετα εντονη και ενοχλιτικη για τους ασθενείς Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που είναι κλειστά η σχεδόν κλειστα και τα 4 δακρυικα σημεία. Η εντόνη δακρύρροιά δημιουργεί συσσώρευση υγρής λευκής παχύρευστης τσίμπλας στην γωνία του ματιού προς την μύτη. Η αντιμετώπιση της στένωσης ή και απόφραξης των δακρυϊκών σημείων γίνεται με δυο τρόπους: μη χειρουργικά με τοποθέτηση στο ιατρείο ειδικών βυσμάτων που κάνουν διαστολή του στενωμένου δακρυϊκού σημείου (flow controllers). Με αυτόν τον τρόπο φεύγει το δάκρυ διαμέσου του του δακρυϊκού αποχετευτικού συστήματος όπως φαίνεται και στην φωτογραφία. Μερικές φορές όμως, φεύγουν από την θέση τους και χρειάζεται να τοποθετηθούν νεα βύσματα. Χειρουργικά με μικροεπέμβαση και τοπική αναισθησία. Πραγματοποιείται η διάνοιξη του στενωμένου / αποφραγμένου δακρυϊκού σημείου με τρεις μικρές τομές (three snip procedure) όπως φαίνεται και στη φωτογραφία.

Β) Σε περίπτωση απόφραξης δακρυϊκών σωληναρίων προχωρούμε σε επέμβαση Επιπεφυκοασκορρινοστομίας με τοποθέτηση σωληναρίων του Jones.
Γ) Σε περίπτωση στένωσης της αποχετευτικής δακρυϊκής οδού προχωρούμε σε διασωλήνωση αυτής (intubation) και ενίοτε σε Ασκορρινοστομία.
Δακρυοκυστίτιδα
Κατά την απόφραξη συγκεκριμένα του ρινοδακρυϊκού πόρου, προκαλείται αδυναμία των δακρύων να παροχετευτούν προς τη μύτη, με αποτέλεσμα τα δάκρυα να λιμνάζουν στον δακρυϊκό ασκό και να οδηγούν στην ανάπτυξη μικροβίων και λοίμωξης. Η φλεγμονή αυτή του δακρυϊκού ασκού ονομάζεται Δακρυοκυστίτιδα.
Τα συμπτώματα της Δακρυοκυστίτιδας περιλαμβάνουν πόνο, έντονη δακρύρροια, επώδυνο οίδημα και ερυθρότητα κοντά στην έσω πλευρά του ματιού, έξοδος πύου από τα δακρυϊκά σωληνάρια και θόλωση της όρασης.
Θεραπεία
Η οξεία δακρυοκυστίτιδα, δηλαδή η φάση της φλεγμονής, αντιμετωπίζεται με τη λήψη αντιβιοτικών.
Στις χρόνιες περιπτώσεις με συχνές υποτροπές, επιβάλλεται η χειρουργική διάνοιξη-δημιουργία «δρόμου» επικοινωνίας μεταξύ του δακρυϊκού ασκού και της ρινικής κοιλότητας, ώστε τα δάκρυα να παροχετεύονται απευθείας στη μύτη. Η επέμβαση αυτή γίνεται εξωτερικά και λέγεται Δακρυοασκορρινοστομία.
Σε επιλεγμένες περιπτώσεις (π.χ., ύπαρξη συμφύσεων στο άνω τμήμα της δακρυϊκής οδού), η χειρουργική αντιμετώπιση γίνεται ενδοσκοπικά, δηλαδή μέσω της ρινικής κοιλότητας. Αυτού του είδους το χειρουργείο πραγματοποιείται χωρίς ανάγκη δημιουργίας εξωτερικής τομής, ωστόσο η συγκεκριμένη μέθοδος παρουσιάζει μικρότερη ποσοστά επιτυχίας σε σχέση με την δακρυοασκορρινοστομία.

